αλιεύω


αλιεύω
αλιεύω, αλίευσα βλ. πίν. 19

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἁλιεύω — fish pres subj act 1st sg ἁλιεύω fish pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αλιεύω — (Α ἁλιεύω) 1. είμαι αλιέας, ψαρεύω 2. πιάνω ο, τιδήποτε βρίσκεται μέσα στα νερά, στη θάλασσα νεοελλ. 1. αναζητώ πυρετωδώς, επιδιώκω, περισυλλέγω 2. φρ. «αλιεύει οπαδούς», «αλίευσε μαργαρίτες», δηλαδή χτυπητά ορθογραφικά λάθη, παρερμηνείες αρχ. 1 …   Dictionary of Greek

  • αλιεύω — [алиэво] р. ловить рыбу, заниматься рыболовством …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • αλιεύω — ευσα, εύτηκα, ευμένος. 1. ψαρεύω ψάρια ή άλλα θαλασσινά είδη: Τα ψαριά αλιεύονται όχι μονάχα κοντά στις ακτές, αλλά και στους ωκεανούς. 2. μτφ., αναζητώ με ζήλο, μαζεύω: Αλιεύει γλωσσικά μαργαριτάρια στις εφημερίδες και τα περιοδικά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἁλιεύσει — ἁλιεύω fish aor subj act 3rd sg (epic) ἁλιεύω fish fut ind mid 2nd sg ἁλιεύω fish fut ind act 3rd sg ἁ̱λιεύσει , ἁλιεύω fish futperf ind mp 2nd sg (doric aeolic) ἁ̱λιεύσει , ἁλιεύω fish futperf ind act 3rd sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁλιεύσουσιν — ἁλιεύω fish aor subj act 3rd pl (epic) ἁλιεύω fish fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἁλιεύω fish fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic aeolic) ἁ̱λιεύσουσιν , ἁλιεύω fish futperf ind act masc/neut dat pl (attic epic doric …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁλιεύῃ — ἁλιεύω fish pres subj mp 2nd sg ἁλιεύω fish pres ind mp 2nd sg ἁλιεύω fish pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁλιευθησομένων — ἁλιεύω fish fut part pass fem gen pl ἁλιεύω fish fut part pass masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁλιευθέντα — ἁλιεύω fish aor part pass neut nom/voc/acc pl ἁλιεύω fish aor part pass masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁλιευομένων — ἁλιεύω fish pres part mp fem gen pl ἁλιεύω fish pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)